Σε μια τόση δα σταλιά τόπο, από την Πάφο μέχρι την ελεύθερη Επαρχία Αμμοχώστου, ο Μολώχ της Ασφάλτου έγινε πλέον μόνιμος επισκέπτης και η μυρωδιά του θανάτου διαχέεται παντού.
Πάνε σχεδόν δέκα μέρες, που η Κύπρος θρηνεί θύματα, με πιο πρόσφατο αυτό της περασμένης Τετάρτης στον αυτοκινητόδρομο Λάρνακας – Αγίας Νάπας και θύμα 78χρονο από τη Λευκωσία.
Στο μεταξύ, άλλοι χαροπαλεύουν στις ψυχρές εντατικές των νοσοκομείων και άλλοι προσεύχονται να τους λυπηθεί ο Θεός.
Προφανώς, η στιγμή δεν ενδείκνυται για περισπούδαστες αναλύσεις. Φυσικά, ούτε για καινούργιο ρεπορτάζ. Το πρόβλημα είναι γνωστό. Τα τροχαία δυστυχήματα στην Κύπρο είναι ανεξέλεγκτα και οι αριθμοί έχουν πάρει την ανιούσα.
Σκέφτομαι τα ουρλιαχτά των μανάδων και των πατεράδων, που σκίζουν το σκοτάδι σαν κομφετί. Ακόμα και τώρα που γράφω, απαρηγόρητα ουρλιαχτά διαπερνούν τα αυτιά και σκίζουν τη ψυχή μου.
Είτε χειμώνας είναι, είτε καλοκαίρι, η Κύπρος συνήθισε να θρηνεί ανθρώπους. Δυστυχώς, όμως, τα δάκρυα και τα μοιρολόγια δεν φέρνουν τους νεκρούς πίσω.
Η Αστυνομία το παλεύει. Με εκστρατείες ανά τακτά χρονικά διαστήματα για τις ζώνες ασφαλείας, με άλκοτεστ… Ωστόσο, φαίνεται πως δεν αποδίδουν τέτοιες ενέργειες και ας μας λένε ότι ο αριθμός των νεκρών, σε σχέση με πέρσι, είναι μειωμένος.
Εκτιμώ ότι οι προσπάθειες, εκτός από συνεχείς, πρέπει να είναι και εντονότερες. Και ίσως πρέπει να αλλάξει η συνταγή των μέτρων, που λαμβάνονταν μέχρι σήμερα.
Μη βιαστείτε να με κατηγορήσετε για λαϊκισμό. Αναγνωρίζω πως την πρωταρχική ευθύνη των δυστυχημάτων -τις πλείστες φορές- τη φέρουν οι άνθρωποι, που εμπλέκονται.
Όμως, είναι ανατριχιαστικός ο ήχος που κάνει το φτυάρι, όταν μαζεύει το χώμα, που θα πέσει ακολούθως στο φέρετρο. Και αυτό είναι που με τρελαίνει περισσότερο.
Η Κύπρος έχει μάθει να ζει με τους νεκρούς της. Κι αυτή η συνήθεια, της αποδοχής του θανάτου, δυστυχώς μας έχει μετατρέψει σε παθητικούς δέκτες.
Φήμη





