Έτοιμος να επανέλθει στις συνομιλίες δήλωσε ο πρόεδρος Αναστασιάδης σημειώνοντας πως ήδη υπάρχει κάποια συμφωνία όσον αφορά στη διαπραγμάτευση του εδαφικού· συμφωνήθηκαν τα τρία κριτήρια.
Δεν τίθεται θέμα, όπως είπε, να τεθούν άλλοι όροι ή προϋποθέσεις, αρκεί η Τουρκία εμπράκτως να αποδείξει ότι επιθυμεί λύση. «Για να επανέλθουμε σημαίνει ότι θα πρέπει να υπάρξουν ενδείξεις τουλάχιστον ότι υπάρχει προοπτική να καταλήξουμε, όπως έχω προαναφέρει, στα κριτήρια που έχουν καθοριστεί», τόνισε.
Μιλώντας χθες βράδυ στα πλαίσια διακαναλικής συνέντευξης για τα αποτελέσματα του Μοντ Πελεράν, είπε πως χρειάζεται η συμβολή της Τουρκίας με συγκεκριμένες ενέργειες ή στήριξη του Τουρκοκύπριου ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί. Την ίδια ώρα, απαντώντας σε ερώτηση για Σχέδιο Β, υπέδειξε ότι «σχέδιο πάντα για μας ήταν η επίλυση του Κυπριακού» και ξεκαθάρισε ότι «δεν είναι πρόθεσή μου η αλλαγή των όσων από το 1977 μέχρι σήμερα έχουν συμφωνηθεί».
Αναφερόμενος στα διαδραματιζόμενα στο Μοντ Πελεράν είπε πως «κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και ενόψει των δυσκολιών που ανεφύησαν από τουρκικής πλευράς και προς απόδειξη της πολιτικής μου βούλησης να καταλήξουμε σε συμφωνία, αποδέχτηκα όπως, αντί της αρχικής συμφωνίας για καθορισμό με ακρίβεια των κριτηρίων, να καθορίσουμε κριτήρια με ελαφρά απόκλιση, τα οποία όμως θα μας επέτρεπαν να οριστικοποιήσουμε την τελική ρύθμιση».
«Πρόσθετα, εξέφρασα την ετοιμότητά μου να εξετάσω ειδικές ρυθμίσεις για το καθεστώς των Τουρκοκυπρίων που ενδεχομένως θα παρέμεναν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, νοουμένου ότι αυτό το καθεστώς θα ίσχυε και για τους Ελληνοκύπριους που θα επέλεγαν να επιστρέψουν στην ευρύτερη περιοχή της Καρπασίας», είπε.
Σημείωσε ότι, στη βάση αυτή, «στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, επιτεύχθηκε κατ’ αρχήν συμφωνία στην έκταση της τουρκοκυπριακής συνιστώσας πολιτείας, η οποία θα κυμαινόταν μεταξύ 28,2% -ήταν η δική μας θέση- και 29,2% -η τουρκοκυπριακή θέση».
«Ακολούθησε εκτεταμένη διαβούλευση επί των άλλων δύο κριτηρίων, με ενθαρρυντικές -οφείλω να πω- κατ’ αρχήν ενδείξεις σε ό,τι αφορά το κριτήριο που αφορούσε την έκταση της ακτογραμμής που θα περιέβαλλε την κάθε πολιτεία», είπε.
Ο πρόεδρος Αναστασιάδης ανέφερε ότι «για τον αριθμό των προσφύγων που θα επέστρεφαν υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, έγινε επίσης εκτεταμένη συζήτηση η οποία οδήγησε τους εμπειρογνώμονες των Ηνωμένων Εθνών να υπολογίσουν, με βάση την κατ’ αρχήν συμφωνία όσον αφορά την έκταση της τουρκοκυπριακής πολιτείας, τους υπό επιστροφή πρόσφυγες μεταξύ 78.247 ως το ελάχιστο και 94.484 ως το μέγιστο».
«Κατά το αρχικό στάδιο της δεύτερης φάσης των διαπραγματεύσεων, που ακολούθησε την ενημέρωση των πολιτικών αρχηγών στην Κύπρο, αλλά και την απαραίτητη διαβούλευση με την ελληνική Κυβέρνηση, η τουρκοκυπριακή πλευρά μετέφερε τις ανησυχίες της ως προς τις προθέσεις τάχα της Ελλάδας να συμμετάσχει σε μια πολυμερή διάσκεψη», σημείωσε.
Πρόσθεσε ότι, «ύστερα από επικοινωνία με τον Έλληνα πρωθυπουργό και ενεργειών του Ειδικού Συμβούλου του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Έσπεν Μπαρθ Άιντα προς την τουρκική κυβέρνηση, οι εύλογες ανησυχίες της ελληνικής κυβέρνησης ξεπεράστηκαν και ορίστηκε κατ’ αρχήν ημερομηνία πολυμερούς διάσκεψης».
«Τα πιο πάνω, βέβαια, πάντοτε υπό την προϋπόθεση πως οι υπό εξέλιξη διαπραγματεύσεις θα κατέληγαν στην οριστικοποίηση των συμφωνηθέντων και την κατάθεση χαρτών που θα αποτύπωναν τα εν λόγω κριτήρια», επεσήμανε ο πρόεδρος Αναστασιάδης.
Σημείωσε ότι «στις διαπραγματεύσεις που ακολούθησαν, υιοθετώντας την εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών, προέβαλα πως θα ήμουν διατεθειμένος να αποδεχτώ την επιστροφή προσφύγων που θα εκυμαίνοντο σε αριθμούς μεταξύ των 78.000 ως ελάχιστο και των 92.000 ως μέγιστο».
«Ο Τουρκοκύπριος ηγέτης, κατ’ αντίθεση με τα όσα συμφωνήθηκαν για την έκταση του εδάφους της τουρκοκυπριακής πολιτείας, πρότεινε κατ’ αρχήν πως ο αριθμός των Ελληνοκυπρίων που θα επέστρεφαν δεν θα έπρεπε να υπερβαίνει τις 55.000 και ακολούθως, κατά το τελικό στάδιο της διαπραγμάτευσης, ως ύστατο βαθμό υποχώρησης, τις 65.000», είπε ο Πρόεδρος Αναστασιάδης.
Πρόσθεσε ότι «ήτο εμφανής η πρόθεση της τουρκοκυπριακής πλευράς για διασύνδεση του Εδαφικού με το κεφάλαιο Ασφάλειας και Εγγυήσεων και τούτο και πάλι κατ’ αντίθεση της συμφωνίας ότι θα συζητείτο κατ’ ουσίαν το Εδαφικό και όχι το θέμα Ασφάλειας και Εγγυήσεων που άπτεται της διεθνούς πτυχής του κυπριακού προβλήματος».
«Όπως ήταν αναμενόμενο, απέρριψα ως απαράδεκτη την πρόταση και επέμεινα πως αυτό που θα μου επέτρεπε να θεωρήσω ότι ευρισκόμαστε σε ακτίνα συμφωνίας ήταν οι αριθμοί με βάση τις εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών», είπε.
Άκαμπτη η στάση της τ/κ πλευράς
Ο πρόεδρος Αναστασιάδης απαντώντας σε ερώτηση αν θα συναινούσε να πάει η διαδικασία σε πολυμερή διάσκεψη χωρίς να διασφαλιστεί η επιστροφή της Μόρφου, επανέλαβε ότι «η επιδίωξη μέσα από τους αριθμούς που παρέθεσα είναι για να μην αποκλειστεί καμιά περιοχή ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος για τον κυπριακό Ελληνισμό».
Σε ερώτηση για τη διαφοροποιημένη στάση του Μουσταφά Ακιντζί κατά τον δεύτερο γύρο των συνομιλιών στο Μοντ Πελεράν, ανέφερε ότι τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας ήταν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση όλων, εξού και η τακτική επικοινωνία που είχε ο ίδιος με τον Έλληνα Πρωθυπουργό «προκειμένου να τον ενημερώνω και να συντονιζόμαστε».
Κατά τον ίδιο τρόπο, πρόσθεσε, «είμαι βέβαιος ότι επικοινωνία υπήρχε και κατά την πρώτη και κατά τη δεύτερη φάση με την Τουρκία από πλευράς των Τ/κ».
«Αυτό που διαπίστωσα ήταν όταν έφτασε η κρίσιμη ώρα να συζητηθεί το κεφάλαιο που θα διασφάλιζε τουλάχιστον τα ελάχιστα όσον αφορά την ικανοποίηση των ε/κ απαιτήσεων, υπήρξε μια στάση η οποία ήτο οπωσδήποτε στάση άκαμπτη, που έδειχνε ότι δεν υπήρχαν ή δεν αφήνονταν περιθώρια στον ίδιο να είναι ευέλικτος».
Στο καταληκτικό του σχόλιο δήλωσε «προς τον κυπριακό λαό, Ε/κ και Τ/κ, είναι η αποφασιστικότητά μου να συνεχίσω την προσπάθεια για αποκατάσταση της –αν θέλετε– αδικίας και του απαράδεκτου στάτους κβο που υπάρχει τα τελευταία 42 χρόνια, με στόχο την επανένωση της πατρίδας μας, την απαλλαγή από τα κατοχικά στρατεύματα, τη δημιουργία συνθηκών ειρηνικής συμβίωσης μεταξύ Ε/κ και Τ/κ».
Την ίδια ώρα, διαβεβαίωσε ότι «μέχρι τις πρόσφατες συνεννοήσεις δεν παραγνώριζα τα όσα θα μπορούσε να ικανοποιήσουν και τις δύο πλευρές ή ανταποκρινόμενος στις ανησυχίες της μίας να μην προκαλείται το αίσθημα δικαίωσης στην άλλη».
«Θέλω να πιστεύω ότι με τον ίδιο δημιουργικό τρόπο θα ανταποκριθεί και η τ/κ και η τουρκική πλευρά έτσι ώστε να γίνουν κατανοητές και οι εύλογες ανησυχίες των Ε/κ», σημείωσε.
«Η ελπίδα δεν θα επιτρέψω να χαθεί ενόσω τούτο εξαρτάται από τα δικά μου χέρια», τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Απέφυγε αναφορά σε Κοτζιά
Ο πρόεδρος Αναστασιάδης αναφέρθηκε πολλές φορές στην καλή συνεννόηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό, απέφυγε επιμελώς να αναφερθεί στον Έλληνα ΥΠΕΞ. Είπε πως συνεννόηση έχει και με τον Πρωθυπουργό της Ελλάδας αλλά και με την πλειοψηφία ελληνικών κομμάτων.
Κληθείς να τοποθετηθεί αν υπήρξε ζήτημα με την Ελλάδα ο Πρόεδρος αρνήθηκε να τοποθετηθεί ξεκαθαρίζοντας πως υπήρξε μία πολύ καλή συνεργασία με τον Έλληνα πρωθυπουργό.
Δεν γίναμε σοφότεροι
Στη συνέντευξη Τύπου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναφέρθηκε στα όσα συζητήθηκαν στις συνομιλίες και μέσα από αυτά αναδείχθηκαν μια σειρά ζητήματα αρκούντως ενδιαφέροντα. Πήγε στο Μοντ Πελεράν διεκδικώντας επιστροφή 100.000 προσφύγων υπό ελληνοκυπριακή πλευρά και αυτό μειώθηκε σε μια «βεντάλια» 78.000-92.000. Ποιες ήταν στις κινήσεις του αυτές οι απαντήσεις της τ/κ πλευράς; Περαιτέρω μείωση των αριθμών (οι αριθμοί είναι στη συγκεκριμένη περίπτωση άνθρωποι). Απέφυγε επιμελώς να μπει στην ονοματολογία των περιοχών που θα διεκδικεί για επιστροφή. Για τη Μόρφου έγιναν ολόκληρες συζητήσεις και στο προσκήνιο, αλλά απέφυγε να την αναφέρει. Γιατί; Κατά τα άλλα, η συνέντευξη στους οκτώ τηλεοπτικούς σταθμούς δεν διέφερε με προηγούμενες. Παρόλο που έγινε μετά από ένα ναυάγιο.