Το Ινστιτούτο Γενετικής αποκαλύπτει πως καταστράφηκε το DNA αγνοουμένων

Τα οστά αγνουμένων που ήταν τοποθετημένα στο οστεοφυλάκιο του Τύμβου Μακεδονίτισσας, για 20 ολοκληρα χρόνια εμποτίζονταν με χημικά διαλύματα τα οποία αλλοίωσαν το γενετικό υλικό. Μια “πρακτική” χωρίς λογική  και που αφήνει πολλά ερωτηματικά στις οικογένειες των αγνοουμένων.

Με ανακοίνωσή του το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής δίνει εξηγήσεις για 15 περιπτώσεις αλλοιωμένων χημικά οστών αγνοουμένων, λόγω χημικής επεξεργασίας τους και λόγω των συνθηκών φύλαξής τους.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του ΙΝΓΚ, μετά από την εξέλιξη αυτή ενημερώθηκαν ήδη όλες οι επηρεαζόμενες οικογένειες στις οποίες επεξηγήθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν στις ταυτοποιήσεις που έγιναν από τα προβληματικά οστά.

Δείτε αναλυτικά την ανακοίνωση:

«Το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (ΙΝΓΚ) από το 1999 μέχρι και σήμερα έχει διεξάγει με εξαιρετική επιτυχία και ακρίβεια πέραν των 575 ταυτοποιήσεων λειψάνων αγνοουμένων/πεσόντων.  Πέραν τούτου, δυστυχώς το ΙΝΓΚ είχε να αντιμετωπίσει και αριθμό ανάμικτων, μεμονωμένων, οστών των οποίων το γενετικό υλικό (DNA) είχε αλλοιωθεί λόγω της χημικής επεξεργασίας τους και λόγω των συνθηκών φύλαξης τους.

Τη περίοδο 1979-1981, στο στρατιωτικό κοιμητήριο Λακατάμειας και στο κοιμητήριο Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, έγιναν εκταφές λειψάνων χωρίς να ακολουθηθούν σωστές επιστημονικές διαδικασίες με αποτέλεσμα οστά διαφορετικών ατόμων να προσμιχθούν μεταξύ τους.  Kάποια από αυτά τα οστά μεταφέρθηκαν είτε στο οστεοφυλάκιο του Τύμβου Μακεδονίτισσας είτε στην Ελλάδα. Τα οστά που τοποθετήθηκαν στον Τύμβο Μακεδονίτισσας, για τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο από το 1979 μέχρι και το 1999, εμποτίζονταν με χημικά διαλύματα τα οποία έχουν αλλοιώσει και καταστρέψει το γενετικό υλικό σε μεγάλο βαθμό. Σε άλλες περιπτώσεις η κακοποίηση του γενετικού υλικού έχει προέλθει από κλιματολογικές/περιβαλλοντικές συνθήκες.

Το 2004-2005 παραδόθηκαν στο ΙΝΓΚ για ταυτοποίηση ανάμικτα, μεμονωμένα, οστά από το οστεοφυλάκιο του Τύμβου Μακεδονίτισσας.  Ως άμεσο αποτέλεσμα της κακής διατήρησης των οστών, η ταυτοποίηση τους ήταν αδύνατο να γίνει ή μπορούσε να γίνει μόνο με περιορισμένο αριθμό γενετικών δεδομένων.

Το 2004-2005 προβληματικά δείγματα οστών του Τύμβου Μακεδονίτισσας ταυτοποιήθηκαν με επιστημονικά ορθό τρόπο αλλά με περιορισμένο αριθμό γενετικών δεδομένων. Οι ταυτοποιήσεις αυτές αφορούσαν 15 περιπτώσεις αγνοουμένων/πεσόντων.  Από το σύνολο των 15 περιπτώσεων, στις 6 δόθηκαν οστά στους οικείους τους. Τα αποτελέσματα ωστόσο νέων γενετικών ταυτοποιήσεων του ΙΝΓΚ από εκταφή του 2015, κατέδειξαν ότι μία, τουλάχιστον, από αυτές τις έξι περιπτώσεις ταυτοποίησης που είχε γίνει το 2005 δεν μπορούσε να ήταν σωστή.
Μετά από την εξέλιξη αυτή ενημερώθηκαν ήδη όλες οι επηρεαζόμενες οικογένειες στις οποίες επεξηγήθηκαν οι λόγοι που οδήγησαν στις ταυτοποιήσεις που έγιναν από τα προβληματικά οστά.

Εκφράζουμε τον απόλυτο σεβασμό μας και έχουμε πλήρη επίγνωση της αναστάτωσης που έχει προκληθεί στις 15 επηρεαζόμενες οικογένειες και εκφράζουμε τις ειλικρινείς μας απολογίες.

Θέλουμε να διαβεβαιώσουμε το κοινό και πολύ περισσότερο τους συγγενείς των πεσόντων και αγνοουμένων ότι τέτοια προβλήματα δεν υπήρξαν στις πέραν των 575 υπολοίπων ταυτοποιήσεων, τις οποίες το Ινστιτούτο έχει φέρει σε πέρας με απόλυτη επιτυχία.  Το ζήτημα αφορά αποκλειστικά και μόνο τις περιπτώσεις των 15 οστών που εκτέθηκαν σε χημικές ή/και κακές περιβαλλοντικές συνθήκες και παραδόθηκαν στο ΙΝΓΚ για ταυτοποίηση το 2004.

Πέραν των 15 περιπτώσεων που αναφέρονται πιο πάνω, υπάρχουν και άλλα προβληματικά, μεμονωμένα, οστά από τον Τύμβο Μακεδονίτισσας και το στρατιωτικό κοιμητήριο Λακατάμειας που είναι εμποτισμένα με χημικές ουσίες.  Το ΙΝΓΚ είχε την πρωτοβουλία αφού οι προσπάθειες ταυτοποίησης αυτών των προβληματικών οστών δεν απέδωσαν όσο αναμενόταν, να στείλει δείγματα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, σε εργαστήριο αναφοράς, όπου δυστυχώς και εκεί οι μέχρι σήμερα προσπάθειες ταυτοποίησης δεν έχουν πετύχει.

Το ΙΝΓΚ επιθυμεί να τονίσει για ακόμη μία φορά την απόλυτη συμπαράσταση του σε όλους τους συγγενείς αγνοουμένων/πεσόντων και να εκφράσει για ακόμη μία φορά τις ειλικρινείς του απολογίες και τη συμπαράσταση του προς τις επηρεαζόμενες οικογένειες».