Πρώτη Κυριακή Κυνηγιού: Εθνική Μέρα Σιεπέττου και Οίκων Ανοχής

Τα περίπτερα ξεπούλησαν όλους τους σάκκους με κάρβουνα που είχαν διαθέσιμους προς πώληση. Τα κασαπιά ξεπουλησαν όσα μπέικον, λουκάνικα, παστουρμάδες και παγιδάκια είχαν. Οι φούρνοι από τα μεσάνυχτα ζύμωναν τις πίττες για να είναι ζεστές. Οι καφέδες στα τενεκεδάκια γέμισαν τα ψυγεία από νωρίς και οι σκύλοι πήραν τις θέσεις τους στα διπλοκάμπινα για το μεγάλο ταξίδι.

Οι πωλητές χαρτούτσιων ξεπούλησαν από νωρίς, αφού ο κάθε Ράμπο εφοδιάστηκε με όλων των ειδών τις χαρτούτσιες, ικανές να σκοτώσουν από πέρδικα μέχρι τον Γκοντζίλα.

Οι πουτάνες στα καμπαρέ έκαμαν αποτριχώσεις, λέιζερ, μπάνιο, έβαλαν τα αρώματά τους, τα πρόστυχα εσώρουχά τους, πρόβαραν τις ατάκες που θα λεν όπως «Μα τι ούμορφος είσαι», «Είσαι κυνηγούς εσύ», «Θα μη βάλεις ποτό», «Πόσο μηγάλη την έχεις μουρό μου» και άλλες συναφείς παπαριές τις οποίες οι άντρες ηδονίζονται να ακούνε.

Κάποιοι πολλά μερακλήδες του είδους, που δεν τους φτάνει το ποτάκι και τα χαριεντίσματα μερικών ωρών με τις κορούδες, βρήκαν αφορμή να παν από τη προηγούμενη μέρα δήθεν για να πιάσουν τα κυνηγετικά τους πόστα, έτσι που να έχουν μπόλικο χρόνο μπροστά τους να κάμουν κατάθεση στα καμπαρέ.

Μα αφού οι άνθρωποι χρειάζονται μια αφορμή για να ξεσπάσουν από τη ρουτίνα της καθημερινότητας… Με τα βάσανα τα χρέη και τις απογοητεύσεις των εποχών. Οι γυναίκες τους φυσικά δεν έχουν τις ίδιες ανάγκες μαζί τους, αφού είναι επιφορτισμένες με τα κοπελλούδκια τα οποία πρέπει να φροντίζουν. Αυτές δεν έχουν ούτε ανησυχίες, ούτε απογοητεύσεις, ούτε ανάγκη να ξεσπάσουν. Πλάσματα ενός κατώτερου Θεού.

Σε αυτό μάλιστα τον κυκεώνα του κυνηγιού, της μάππας, του ψαρέματος, του καφενέ, της πιλόττας, αν τολμήσει να τους πει η σύντροφός τους για ένα διήμερο κάπου για χαλάρωση, είναι σαν να τους φακκά πάνω στα τζιέρρατα, γιατί δήθεν δεν αντιλαμβάνεται τα θέλω τους. Μετά φυσικά διερωτώνται γιατί χωρίζουν, γιατί δεν περνούν καλά στο σπίτι τους, γιατί δεν τους αντιλαμβάνεται η γυναίκα τους.

Πολύτιμος οικογενειακός χρόνος, που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί με χίλιους τρόπους, χάνεται και σκορπάται στα χόμπι των Κυπραίων.

Η κυπριακή οικογένεια σαν θεσμός, μοιάζει σαν φλόγα που τρεμοπαίζει στον άνεμο, έτοιμη να σβήσει. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν χωρίς παιδεία, χωρίς ιδανικά, χωρίς κοινωνική μόρφωση. Όμως εμείς τους σιεπέττους μας, τις σκαρκές μας, τα καλάμια μας, τις πουτάνες μας.

Σπάρτακος