Οι Άγγελοι της Λευκωσίας…

ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΕΠΑΙΤΕΙ (ICON PRESS / ΛΙΑΚΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ)

Χθες κατέβηκα στο κέντρο της Λευκωσίας και επέστρεψα στο σπίτι μου με ανάμεικτα συναισθήματα, τα οποία θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Οδηγώντας, λοιπόν, το αυτοκίνητο μου προς την παλιά πόλη ως την οδό Στασίνου και πριν αφήσω το αυτοκίνητο μου στο πάρκινγκ της Τάφρου Ντ’ Αβίλα, κάπου στα φανάρια της διασταύρωσης με την οδό Μπουμπουλίνας σταμάτησα, γιατί με έπιασε κόκκινο.

Κι ενώ ήμουν βυθισμένη στις μαύρες σκέψεις μου άκουσα ένα χτύπημα στο κλειστό μου τζάμι.

Γύρισα και είδα μια κυρία με άσπρα μαλλιά να στέκεται και να με κοιτά. Ήτανε γύρω στα εβδομήντα και το πρόσωπο της οργωμένο από ρυτίδες.

Άνοιξα επιφυλακτικά το τζάμι και αυτή μου είπε δειλά, με βλέμμα φουρτουνιασμένης θάλασσας, αν είχα κάτι να της δώσω, για να αγοράσει κάτι να φάει.

Βιαστικά και δίχως να σκεφτώ τίποτα άλλο, έβγαλα το πορτοφόλι μου και άδειασα όλα τα ψιλά που είχα μέσα στη χούφτα της.

Δεν είδα το πρόσωπο της ξανά, γιατί άναψε το πράσινο και έπρεπε να στρίψω. Το μόνο που πρόλαβα να ακούσω ήταν ένα «ευχαριστώ», βγαλμένο από το πιο γλυκό στόμα του κόσμου. Και ύστερα χάθηκε…

Πάρκαρα το αυτοκίνητο μου και με τα πόδια ανέβηκα τη σκάλα, με κατεύθυνση την οδό Λήδρας. Δεν είχε κόσμο ευτυχώς εκείνη την ώρα.

Όταν έφτασα στην αρχή της Λήδρας, ξέρετε εκεί στα παγκάκια κάτω από τον ψηλό πλάτανο, ένας άλλος παππούλης, της ίδιας ηλικίας περίπου με την προηγούμενη κυρία, μου είπε με ευγενικό τρόπο: «Δεν πήρα τη σύνταξη μου ακόμα. Έχεις κάτι να μου δώσεις για πάρω κάτι να φάω;».

Αν και βιαστική, άνοιξα το πορτοφόλι μου και το έδωσα ένα χάρτινο νόμισμα των πέντε ευρώ, αφού τα ψιλά τα είχα δώσει νωρίτερα. Τα γρήγορα βήματα μου με απομάκρυναν από κοντά του σε δευτερόλεπτα, όμως, πρόλαβα να ακούσω ένα «ευχαριστώ». Ένα ευχαριστώ τόσο γλυκό, όσο και της προηγούμενης. Μέχρι να γυρίσω το κεφάλι προς τα πίσω χάθηκε…

Περπατώντας προς το τέρμα της Λήδρας παρατήρησα ότι δεν συνάντησα τη γνωστή μελαχρινή κυρία, που περιφέρεται συνηθώς και ζητά και αυτή λίγα χρήματα για να φάει. Τη γνωστή κυρία που όλοι κάποτε είδαμε είτε στο δικαστήριο, είτε στην πλατεία ελευθερίας, είτε κάπου σε κάποια γωνιά της οδού Λήδρας να κάθεται βυθισμένη σε ένα πέλαγος σκέψεων. «Τι θα έπαθε η καημένη;», σκέφτηκα. Είχα όντως πάρα πολύ καιρό να τη δω.

Στρίβοντας δεξιά σε ένα παράδρομο, για να φτάσω στην Ονασαγόρου με πλησιάζει μια κοπέλα, με ένα μωρό στην αγκαλιά. Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. Πάγωσα. Δίχως κανένα δισταγμό μου ζήτησε χρήματα για να αγοράσει γάλα στο παιδί της. Μου είπε πως ήταν άνεργη και ότι την παράτησε ο άντρας της. Δεν στάθηκα να ακούσω άλλα. Δίχως να μπορώ να αρθρώσω μια λέξη έβγαλα από το πορτοφόλι μου δέκα ευρώ και τη τα έδωσα.

Με σκυφτό το πρόσωπο και με ένα αίσθημα ντροπής την προσπέρασα. «Ο Θεός να σ’ έχει καλά», την άκουσα να μου λέει με την πλάτη γυρισμένη. Και μετά ένας κόμπος μου έφραξε το λαιμό.
Γύρισα το κεφάλι πίσω προς το μέρος της. Χωρίς να προλάβω να πω οτιδήποτε, με κοίταξε παράξενα, μου χαμογέλασε και μετά χάθηκε…

Κίνησα για τη δουλειά μου. Σκέψεις έντονες και για τα τρία πρόσωπα που συνάντησα. Τι μου θυμίζουν, τι μου θυμίζουν;

Τελειώνοντας αυτό που είχαν να κάνω πήρα το δρόμο της επιστροφής. Φτάνοντας στην αρχή της Λήδρας, εκεί που είναι τα ATM, σκέφτηκα να πάρω χρήματα, γιατί τα είχα δώσει όλα εκεί που πήγα.
Βέβαια δεν είχα και πολλά να πάρω. Είκοσι ευρώ είχα όλα και όλα. Πάνε τρεις μήνες, που περιμένω να με πληρώσει ο εργοδότης μου, που όλο το μεταθέτει για αργότερα. Πάνε τρεις μήνες που οι συνταξιούχοι γονείς μου πιστώνουν το λογαριασμό μου, χωρίς να μου πουν ποτέ «δεν έχω».

Έβαλα την κάρτα στο μηχάνημα, πάτησα τον αριθμό μου. Αντί ανάληψη σκέφτηκα να δω πρώτα το υπόλοιπο του λογαριασμού μου. Λες ο πατέρας μου να με θυμήθηκε; Υπόλοιπο; 2000 ευρώ. Ναι. Ο εργοδότης μου με ξεπλήρωσε….Επιτέλους!

Είπα μέσα μου ότι σήμερα ήταν η τυχερή μου μέρα. Και μετά θυμήθηκα τα τρία πρόσωπα που συνάντησα πιο πριν.

Θυμήθηκα τι μου θύμιζαν. Ήμουν πεπεισμένη πως τα τρία αυτά πρόσωπα ήταν άγγελοι, που μου τους έστειλε ο Θεός…

Φήμη