Η Ιταλία έχει την ευκαιρία να πάει ενάντια στο ρεύμα Brexit-Τραμπ

Ο πολιτικός που θα έπρεπε να έχει τη μεγαλύτερη ανοσία στο λαϊκιστικό κύμα που σαρώνει τις δημοκρατίες του κόσμου είναι ο Ιταλός Πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι. Ο Ρέντσι, ο οποίος σε ηλικία 29 ετών εκλέχθηκε Δήμαρχος της Φλωρεντίας ως μια ριζοσπαστική εναλλακτική πρόταση στο κατεστημένο, έχει στέρεα λαϊκιστικά ερείσματα.

Επιπλέον, οι Ιταλοί είχαν ήδη τον Ντόναλντ Τραμπ τους. Ο δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι διετέλεσε πρωθυπουργός για εννέα χρόνια και υπήρξε πολιτική δύναμη του τόπου επί δυο δεκαετίες. Η κληρονομιά που άφησε πίσω του περιλαμβάνει αναρίθμητες υποσχέσεις για μεταρρύθμιση που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ, ατελείωτα σκάνδαλα και τον χλευασμό των ανθρώπων παγκοσμίως. Επίσης, μετά από περισσότερες από 60 μεταπολεμικές κυβερνήσεις, οι Ιταλοί ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει αστάθεια.

Ωστόσο, ίσως τίποτα από όλα αυτά να μην έχει σημασία. Στο κρίσιμο ιταλικό δημοψήφισμα της 4ης Δεκεμβρίου, στο οποίο ο Ρέντσι πόνταρε το μέλλον της κυβέρνησής του, κινδυνεύει να ηττηθεί από τις ίδιες εκλογικές δυνάμεις που συνέτριψαν την τελευταία κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αλλά και τις ελπίδες της Χίλαρι Κλίντον για την αμερικανική προεδρία.

Ο Ρέντσι δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία με την Κλίντον ή τους Βρετανούς πολιτικούς που έχασαν τη μάχη της παραμονής του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και οι δύο αποτελούσαν δυνάμεις του κατεστημένου που εκπροσωπούσαν τη συνέχεια και την υφιστάμενη τάξη πραγμάτων. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι και οι δύο εκπροσωπούσαν τα κέντρα εξουσίας δυο αυτοκρατοριών σε παρακμή, ενώ οι πολιτικοί τους αντίπαλοι υποσχέθηκαν ότι θα αποκαταστήσουν το μεγαλείο της χώρας τους. Στην περίπτωση της Ιταλίας, αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι ένα “όχι” στο δημοψήφισμα δεν είναι ψήφος υπέρ της αλλαγής, αλλά υπέρ της πολιτικής αστάθειας και της οικονομικής στασιμότητας –δύο πράγματα που οι Ιταλοί γνωρίζουν πολύ καλά εκ πείρας.

Ο λόγος που οι Ιταλοί ίσως αψηφήσουν τη λογική και την εμπειρία τους σχετίζεται εν μέρει με την κακή χρονική συγκυρία και εν μέρει με τις εσφαλμένες εκτιμήσεις του Ρέντσι, ο οποίος δεν έθεσε σωστά το πλαίσιο του δημοψηφίσματος και συνέδεσε το πολιτικό του μέλλον με το αποτέλεσμα (απείλησε να παραιτηθεί εάν χάσει). Το δημοψήφισμα θα εγείρει περισσότερα ερωτήματα σχετικά με την σκοπιμότητα και τη σύνεση της διεξαγωγής δημοψηφισμάτων προκειμένου να αποφασιστούν σύνθετα πολιτικά ζητήματα.

Τα ερωτήματα που καλούνται να απαντήσουν οι Ιταλοί μπορεί να φαντάζουν δυσνόητα μπροστά στο ερώτημα “μέσα ή έξω” του Ηνωμένου Βασιλείου, ή την επικών διαστάσεων προεκλογική εκστρατεία των ΗΠΑ. Ωστόσο, οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν δεν είναι μόνο σημαντικές αφ εαυτών (ο Ρέντσι έχει δηλώσει, δικαιολογημένα, ότι η χώρα δεν μπορεί να κυβερνηθεί χωρίς την επιδιωκόμενη θεσμική μεταρρύθμιση). Η ψήφος έχει μετατραπεί σε ψήφο εμπιστοσύνης για την υφιστάμενη κυβέρνηση και το μεταρρυθμιστικό της όραμα.

Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά στη σύνθεση και το ρόλο της ιταλικής Γερουσίας. Το σημερινό σύστημα, το οποίο έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να αποτρέπει την ανάδειξη ενός νέου Μουσολίνι, δίνει στα δύο κοινοβουλευτικά σώματα ίσες εξουσίες, γεγονός που παρεμποδίζει το νομοθετικό έργο, καθώς τα νομοσχέδια πηγαινοέρχονται από τη Γερουσία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και συχνά κάνουν χρόνια (ακόμη και δεκαετίες) μέχρι να ψηφιστούν. Η συνταγματική μεταρρύθμιση θα περιστείλει τις δικαιοδοσίες της Γερουσίας, μετατρέποντάς την σε συνέλευση περιφερειακών αντιπροσώπων με συμβουλευτικό νομοθετικό έργο. Ο αριθμός των Γερουσιαστών θα μειωθεί από 315 σε 100, οι οποίοι θα είναι μέλη περιφερειακών συνελεύσεων και δήμαρχοι, ενώ οι πέντε εξ αυτών θα ορίζονται από τον Πρόεδρο. Η μεταρρύθμιση θα καταργήσει επίσης τις κυβερνητικές βαθμίδες που δημιουργούν επικαλύψεις μεταξύ περιφερειακών και κεντρικών αρχών.

Εάν ο Ρέντσι είχε σταματήσει στις παραπάνω προτάσεις, πιθανόν τώρα να είχε μεγαλύτερες πιθανότητες. Όμως πρότεινε μια αλλαγή στον εκλογικό νόμο η οποία ουσιαστικά καθιστά αδύνατο να “εκθρονιστεί” ο πρωθυπουργός προτού ολοκληρώσει την πενταετή θητεία του, ενώ κάνει τους βουλευτές του να εξαρτώνται από αυτόν για την επανεκλογή τους. Αυτό ανησυχεί πολλούς Ιταλούς, οι οποίοι είναι επιφυλακτικοί με την όχι και τόσο έντονη διάθεση συνεργασίας του Ρέντσι σε θέματα χάραξης πολιτικής.

Ο Ρέντσι θα πρέπει να τα έχει βάλει με την κακή του τύχη. Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του τον λαϊκιστή μεταρρυθμιστή που έχει ανάγκη η Ιταλία, όμως οι ψηφοφόροι δεν είναι ευχαριστημένοι με πολλά πράγματα και θέλουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους.

Η πρόκληση που έχει αναλάβει ο Ιταλός Πρωθυπουργός εντείνεται από τα οικονομικά προβλήματα της χώρας: η ανάπτυξη είναι στάσιμη, η ανεργία είναι στο 11,4%, ο τραπεζικός τομέας μαστίζεται από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν έχει διαμορφωθεί στο 132%, υπερδιπλάσιος του ορίου του 60% της Ε.Ε. Σχεδόν οι μισοί νέοι της Ιταλίας είναι άνεργοι και οι δημοσκοπήσεις, ιδίως στα αστικά κέντρα, δείχνουν υψηλά ποσοστά δυσαρέσκειας. Η μεσαία τάξη της Ιταλίας, όπως και των ΗΠΑ, δεν αισθάνεται ότι δρέπει τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης.

Στο παρελθόν οι ιταλικές κυβερνήσεις συγκάλυπταν τα προβλήματα μέσω υποτιμήσεων και δαπανών χρηματοδοτούμενων με έλλειμμα στον προϋπολογισμό (deficit spending). Με το ευρώ οι παραπάνω επιλογές δεν υφίστανται πλέον. Η Ιταλία χρειάζεται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες όμως είναι αδύνατες με το υφιστάμενο συνταγματικό πλαίσιο. Η γενναία απόπειρα του Ρέντσι να μεταρρυθμίσει την αγορά εργασίας διευκολύνοντας τις απολύσεις προσέκρουσε στα κατεστημένα συμφέροντα των συνδικάτων και αποδυναμώθηκε, κάνοντάς τον να φαίνεται αναποτελεσματικός. Σύμφωνα με τους επικριτές του, οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις δεν θα σημάνουν το τέλος του κατακερματισμού και της ευνοιοκρατίας στην ιταλική πολιτική.

Ο βασικός ανταγωνιστής του Ιταλού Πρωθυπουργού, το Κίνημα Πέντε Αστέρων –το οποίο ιδρύθηκε από τον κωμικό, μπλόγκερ και πρώην κομμουνιστή Μπέπε Γκρίλο– χτίζει σταθερά τα κυβερνητικά του προσόντα και προειδοποιεί τους ψηφοφόρους ότι οι μεταρρυθμίσεις δίνουν υπερβολική εξουσία στον Ρέντσι. Το κίνημα υποστηρίζει ότι η Ιταλία πρέπει να βγει από το ευρώ και ότι τα παραδοσιακά της κόμματα είναι διεφθαρμένα και αναποτελεσματικά. Ο Ρέντσι δεν χάνει ευκαιρία να τονίσει την έλλειψη εμπειρίας διακυβέρνησης του Κινήματος Πέντε Αστέρων, καθώς και το ασυνάρτητο μείγμα των πολιτικών του προτάσεων. Ωστόσο, όπως συνέβη και με την άσκηση κριτικής ενάντια στον Τραμπ, δεν είναι σίγουρο ότι οι Ιταλοί ενδιαφέρονται για ζητήματα όπως η εμπειρία και η ικανότητα. Η λιτότητα είναι επώδυνη και αναζητούν τρόπους να εκφράσουν το θυμό τους.

Ο Ρέντσι και οι βουλευτές του περιοδεύουν σε όλη την Ιταλία για να συγκεντρώσουν υποστήριξη στο δημοψήφισμα. “Εάν το δημοψήφισμα δεν περάσει, τα επόμενα τριάντα χρόνια, όποιος είναι Πρωθυπουργός […] θα είναι σκλάβος των βέτο, των εκβιασμών και της γραφειοκρατίας”, προειδοποιεί τους ψηφοφόρους. Δεν είναι σίγουρο ότι οι Ιταλοί ακούν: σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της Euromedia, τον Οκτώβριο το “όχι” προηγούνταν με 53%, έναντι 47% του “ναι”.

Ο Ρέντσι είναι επιδέξιος στις εκστρατείες και δεν πρέπει να υποτιμάται, ακόμη και τώρα. Όμως εάν η κυβέρνηση πέσει και το πολιτικό σύστημα της Ιταλίας παραμείνει ως έχει, τότε η ασφαλέστερη παραδοχή είναι ότι η πολιτική του χάους και της ευνοιοκρατίας θα συνεχιστεί, ενώ η έξοδος από το ευρώ (αίτημα του Κινήματος Πέντε Αστέρων και αυξανόμενα δημοφιλής θέση) γίνεται πραγματική πιθανότητα. Δύσκολα θα επιβίωνε η ευρωζώνη από μια τέτοια έξοδο.

Τις λίγες εβδομάδες που απομένουν μέχρι το δημοψήφισμα, η κυβέρνηση της Ιταλίας πρέπει να βρει ένα τρόπο να πείσει τους ψηφοφόρους να μην ακολουθήσουν το παράδειγμα του Brexit και των αμερικανικών εκλογών. Εάν δεν τα καταφέρει, αυτό θα μπορούσε να έχει εξίσου σημαντικό αντίκτυπο όσο και οι δυο άλλες ψηφοφορίες που έγιναν μέχρι στιγμής φέτος.