Η δυστυχία του να είσαι υποψήφιος βουλευτής και η τραγωδία της εκλογής σου

Παίρνεις τη μεγάλη απόφαση. Από τον καναπέ της τηλεόρασής σου και από τις συζητήσεις στα καφενεία και στις συγκεντρώσεις, σηκώνεσαι ένα πρωί και αποφασίζεις να φορέσεις το κουστούμι του υποψηφίου. Κοιτάζεις τις δημοσκοπήσεις και την απαξίωση του κόσμου στη πολιτική  και στους θεσμούς. Σε κάνουν να νιώθεις σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος, να υψώσεις τη δική σου φωνή και να αλλάξεις το σύστημα. Να βάλεις το δικό σου λιθαράκι για ένα καλύτερο αύριο. Γεμάτος όνειρα. Ξεχειλισμένος από ιδέες για το πώς να αλλάξεις το σήμερα. Ντοπαρισμένος με ιδεολογία και αγνότητα ψυχής.

Παίρνεις τη μεγάλη απόφαση. Μα συνειδητοποιείς ότι για να μπορέσεις να κόψεις το νήμα των βουλευτικών εκλογών, πρέπει να καταφέρεις να γίνεις γνωστός, πρέπει να καταφέρεις να πείσεις τις μάζες. Αρχίζει το παιχνίδι… Γιατί το ξέρεις… Ότι αυτοί οι ουτω-καλούμενοι αγανακτισμένοι που απαξιώνουν την πολιτική, δεν παν με τους αδύνατους. Αρέσκονται στο να πηγαίνουν πάντοτε με τον δυνατό.

Άρα πρέπει να γίνεις και να δείχνεις δυνατός. Και πρέπει να μαζέψεις χρήματα για να τυπώσεις κάρτες, να ενοικιάσεις βιτρίνες για να βάλεις πανό προεκλογικά. Πρέπει να διοργανώσεις μια μεγαλειώδη συγκέντρωση για να δείξεις αυτή τη δύναμη. Πρέπει να βρεις δημοσιογράφους και να τους λαδώσεις για να παίξουν τις ατάκες σου. Πρέπει να προσκυνήσεις καναλάρχες για να προωθήσουν τη μούρη σου σε τηλεοπτικά πάνελ. Πρέπει να δαπανήσεις χρήματα για να σου δώσουν μερικά δευτερόλεπτα περισσότερης δημοσιότητας από τους υπόλοιπους μονομάχους. Πρέπει να γλύψεις του αρχισυντάκτες των εφημερίδων, τους συντάκτες των διαδικτυακών σελίδων, τους συντάκτες των καναλιών.

Στον αγώνα του να γίνεις αρεστός και δημοφιλής πρέπει σιγά σιγά να ρίξεις το πήχη. Γιατί αν για παράδειγμα είσαι εναντίον της στρατιωτικής θητείας, θα βρεις και ψηφοφόρους οι οποίοι με φανατισμό φωνάζουν να πάρουμε τη Πόλη. Γιατί αν για παράδειγμα είσαι εναντίον της δημόσιας υπηρεσίας και των ωφελημάτων της, θα βρεις και πολλούς στο διάβα σου δημόσιους υπαλλήλους.

Ρίχνεις το πήχη και νερώνεις την πολιτική ρητορεία σου και από στεντόρεια φωνή γίνεσαι λαϊκό άσμα… Εκμηδενίζεις την αξιοπρέπειά σου, μηδενίζεις τους τραπεζικούς λογαριασμούς και παίρνεις εισφορές από τύπους που μέχρι τότε δεν ήθελες καν να μιλήσεις.

Ξυπνάς το πρωί των εκλογών και βάζεις το σταυρό σου. Εύχεσαι όλοι αυτοί σου οι κόποι, αυτή σου η ταπείνωση, αυτή σου η μάχη να τελεσφορήσει. Κόβεις το νήμα και εκλέγεσαι. Τις πρώτες μέρες σε διακατέχει μια πρωτόγνωρη ικανοποίηση και περηφάνεια που πέτυχες.

Πας στη Βουλή και συνειδητοποιείς ότι επειδή είναι η πρώτη σου θητεία, δεν θα μπεις στις μεγάλες επιτροπές που μπορείς να βάλεις τη σφραγίδα σου στο τόπο. Μπαίνεις στις επιτροπές αλιείας, περιβάλλοντος, αγνοουμένων κλπ. Λίγα μπορείς να κάμεις. Λίγα μπορείς να προσφέρεις. Ελάχιστα μπορείς να αποφασίσεις που πραγματικά να μπορούν να αλλάξουν τον τόπο σου όπως εσύ οραματίστηκες.

Έρχεται η μέρα της ολομέλειας. Τα νομοσχέδια έτοιμα. Μα η ελεύθερη και δημοκρατική σου βούληση, αφέθηκε έξω από το κτίριο της Βουλής. Γιατί δεν έχεις το δικαίωμα να ψηφίσεις στα νομοσχέδια με βάση τις προσωπικές σου απόψεις και πεποιθήσεις. Οφείλεις, υποχρεούσαι, εξαναγκάζεσαι να υπακούσεις στη κομματική πειθαρχία η οποία σου υποβάλλει και επιβάλλει πως θα ψηφίσεις και που θα ψηφίσεις. Ακόμα και εάν ένα νομοσχέδιο έρχεται σε αντίθεση με το είναι σου. Ακόμα και εάν ορκίστηκες για μια ολόκληρη ζωή ότι ήρθες να παλέψεις το αντίθετο από αυτό που σε καλούν να ψηφίσεις.

Υποκύπτεις…γιατί εάν βρεθείς εκτός κόμματος ξέρεις πως είναι το τέλος σου σαν βουλευτής. Γιατί κάποιοι θα σου πουν ότι εκλέγηκες με το σήμα και λάβαρο ενός κόμματος το οποίο υποχρεούσαι να σεβαστείς.

Ψηφίζεις και λες στον εαυτό σου υπομονή. Βγαίνεις από την αίθουσα του κοινοβουλίου, εκείνο το ναό της Δημοκρατίας που οραματίστηκες να θέσεις τη σφραγίδα σου και έχεις 100 αναπάντητες κλήσεις στο κινητό σου. Αυτούς που απλόχερα και θέρμη έδινες τον αριθμό του κινητού σου τηλεφώνου. Σε αυτούς που υποχρεώθηκες και ζήτησες να σε βοηθήσουν. Ξεκινάς και παίρνεις ένα ένα πίσω αυτούς που σε κάλεσαν. Σου ζητούν να μεσολαβήσεις για μια μετάθεση στο στρατό, για μια προνομιακή μεταχείριση στο νοσοκομείο, για μια άδεια οικοδομής, για μια κοινωνική παροχή που πρέπει να εγκριθεί. Και όλοι σου λεν «εμείς σε ψηφίσαμε τώρα θέλουμε τη βοήθειά σου».

Κάνεις την καρδιά σου πέτρα και συνειδητοποιείς ότι άλλα ονειρεύτηκες. Άλλα οραματίστηκες. Για άλλα πλάστηκες. Άλλα η ψυχή σου αναζητούσε. Τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε. Τον έπαινο της αγοράς για τα μεγάλα και σπουδαία που θα έκανες για το τόπο σου. Μα η «Πόλις» των ψήφων σε ακολουθεί και η κομματική πειθαρχία σε μαστιγώνει.

Και αυτοί…εκείνοι οι υπέροχοι που σου φώναζαν να είσαι έντιμος, που σε έκαναν να πιστέψεις ότι ο λαός θέλει τομές, σου τέμνουν τώρα την εντιμότητα και ιδεολογία σου. Υποκύπτεις…και σαν απογοητευμένος σύζυγος στο γάμο, μαθαίνεις να συμβιώνεις και να συμβιβάζεσαι για να μπορέσεις να αντέξεις.

Και εσύ…που τόσον επόθησες μια μέρα να χαρείς, σε μια Βουλή γιομάτη, μαγική, που ξεχειλίζει ιδεολογία, θα έχεις ένα ψυχικό θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ, και μια πορεία, σαν των πολλών πολιτικών την θλιβερή ιστορία.

Για αυτό εσύ υποψήφιε, που έραψες το κουστούμι και οδεύεις στη προεκλογική μάχη, προβληματίσου. Δεν είναι όλα τόσο μάταια όσο περιγράφονται ανωτέρω. Αλλά για να μην είναι μάταια, θα πρέπει να συγκρουστείς και με κάποιους απο αυτούς που θα σε ψηφίσουν, αλλά ιδιαιτέρως με αυτούς που σε φιλοξένησαν στη ψηδοδελτιακή σου παρέα. Με κίνδυνο πάντοτε είτε να χαρακτηριστείς γραφικός, είτε να αποβληθείς, είτε να εκδιωχθείς, με γνώμονα όμως πάντοτε και ελπίδα, ότι θα σε δικαιώσει η ιστορία. Γιατί για αυτή τη ριμάδα την ιστορία αγωνίζεστε και το πώς αυτή θα σας κατατάξει.

Διογένης

Comments

via Facebook