Κουρεμένοι και Χεσμένοι από Όλους

Σάββατο πρωί. Το δροσερό ανοιξιάτικο αεράκι ταράζει τα γκριζό-άσπρα μαλλιά του. Ξύπνησε πριν από λίγο και κάθεται στην βεράντα του έχοντας μπροστά του μια εφημερίδα την οποία ξεκίνησε να ξεφυλλίζει. Κάθησα μαζί του να πούμε κανένα καλαμπούρι να περάσει η ώρα. Του είπα για τον Ρίκκο που ούτε και αυτός παραιτείται. Τα μάτια του βούρκωσαν. «Δεν με νοιάζει για το Ρίκκο ούτε για κανέναν από αυτούς. Αυτοί καλά την έχουν. Να πα να….» δεν την τέλειωσε την φράση και κτύπησε το χέρι του νευριασμένα πάνω στο τραπέζι. Δίπλωσε την εφημερίδα. Δεν είχε πια όρεξη να διαβάσει άλλο… Κίνησε το κεφάλι του προς ένα δέντρο που το θρόισμα των φύλων του αγκαλιασμένο απο τις πρώτες ακτίνες του ήλιου θύμιζαν με ένα ήρεμο και αρμονικό ταγκό.

Bird

«Κουράστηκα» μου είπε. «Μια ζωή δούλευα για 3. Πότισα με τον ιδρώτα της ψυχής μου την κάθε γωνιά της επιχείρησής μου. Μάτωσα μαζί της, έκλαψα μαζί της, χάρηκα μαζί της. Στερήθηκα τα παιδιά μου. Στερήθηκα τις πρώτες τους λεξούλλες, τα πρώτα τους βήματα. Στερήθηκα τον εαυτό μου. Μου έμαθαν ότι η αποστολή μου στη ζωή ήταν να καταφέρω να μεγαλώσω τα παιδιά, να τους σπουδάσω και αφού τους βοηθήσω στη ζωή τότε να ξαπλώσω πίσω, να ανασάνω και να πω τέλειωσα… τότε να κοιτάξω και λίγο να χαρώ. Λάθος ή σωστό το έκανα. Δεν πήγαινα διακοπές, δεν αγόραζα ακριβά αυτοκίνητα, δεν έζησα χλιδάτη ζωή., δεν έπαιζα στο καζίνο, δεν ταξίδευα πρώτη θέση. Οδηγούσα πάντοτε το ίδιο παλιό διπλοκάμπινο αυτοκίνητο και τσιγκουνευόμουν να αλλάξω και το ράδιο του, που έπιανε μόνο ένα σταθμό. Όλες τις οικονομίες μου τις έβαζα στην λαϊκή και Λαϊκή μας τράπεζα. Ξεκινούσα και δούλευα νύχτα και τέλειωνα νύχτα. Και όταν τα κόκκαλά μου βογκούσαν και έκλαιγαν από το πόνο, η ικανοποίηση ότι θα προσέφερα μια καλύτερη ζωή στα παιδιά μου ήταν το καλύτερο παυσίπονο. Γελούσα με τον πόνο. Τον απολάμβανα κιόλας. Ντρεπόμουν να πω πως πονούσα. Το θεωρούσα λιποψυχία. Γιατί ήξερα ότι αγωνιζόμουν για ένα ιερό σκοπό. Το σώμα μου έκλαιγε από τον πόνο μα η ψυχή μου σπαρταρούσε από χαρά.

Ξύπνησα σαν σήμερα ένα Σάββατο. Χωρίς να φταίξω σε κανένα, χωρίς να πειράξω κανέναν, μου είπαν  θα χάσεις τα λεφτά σου και θα σου μείνει ένας κόκκος σινάπεως.  Θα χάσεις τον ιδρώτα σου που μάζευες σταγόνα σταγόνα, πόνο πόνο,αγώνα αγώνα. Δεν μου είπαν γιατί. Με παρέπεμψαν στο Χριστόφια, στο Σόιμπλε, στη Μέρκελ, στο Μοσκοβίτσι και σε άλλα παρόμοια ξενικά ονόματα. Είπα δεν γίνεται… αυτό είναι τρελό…σίγουρα ο πρόεδρος τον οποίο ψήφισα και εναπόθεσα τις ελπίδες μου θα βρει κάτι να επανορθώσει! Ακόμα και εάν οι 56 τάχα πατριώτες είπαν τα βροντερά τους ΟΧΙ…! Αποκλείεται…! Δεν το χωρά ο κοινός νους! Δεν χωρά στη κοινή λογική! Κάτι θα κάνει! Δεν πρόκειται να προδώσει την συνείδησή του! Δεν πρόκειται να μας προδώσει όλους εμάς τόσο πρόστυχα!»

Δεν μπορεί να κλάψει…πάγωσαν τα μάτια του από εκείνο το Σάββατο… Το δάκρυ πριν καν κυλίσει γίνεται πέτρα. Πέρασε πόλεμο, πέρασε φτώχια, πέρασε ξεριζωμό και τότε έκλαψε. Τώρα δεν μπορεί πια να κλάψει. Στέρεψαν τα δάκρυα της ψυχής. Έμεινε μόνο η τρύπα της σφαίρας και αιμορραγεί καθημερινά. Δεν βγήκε στους δρόμους να φωνάξει…δεν πήρε τηλέφωνο να βρίσει…Δεν πήρε μολότοφ να ρίξει είτε στη Βουλή είτε στο Μοναστήρι του Λόφου. Γιατί πίστευε ότι ο Ηγούμενος της τύχης του λαού αυτού, ο πρόεδρος, θα έβρισκε μια λύση. Θα τους καλούσε όλους αυτούς τους μαλάκες που έβαλαν την καμπούρα τους για να σώσουν τις πρόστυχες αυτές τράπεζες και θα τους έδινε ένα παυσίπονο. Μια δέσμευση. Ένα ομόλογο έστω πληρωτέο σε 20-30 χρόνια. Κάτι…Κάτι που πριν το κύκνειο άσμα τους να ξέρουν ότι αυτοί οι κόποι δεν πήγαν χαμένοι… Και μετά ας πεθάνουν… ήσυχοι με τη συνείδησή τους… Περήφανοι που σε 20-30 χρόνια τα εγγόνια τους σαν παν στο μνήμα να τους ανάψουν το καντήλι στο μνημόσυνο θα κυλίσει ένα δάκρυ από τα μάτια τους και θα πουν «Ο θεός να μακαρίσει τη ψυχή σου… σε ευχαριστούμε για όσα μας πρόσφερες…» και η ψυχή του τότε θα επανακτούσε την ικανότητα για κλάμα…αλλά κλάμα χαράς… και θα σπάραζε στα δάκρυα της χαράς αυτής…

Πέρασαν 2 χρόνια από εκείνο το Σάββατο… και ο Ηγούμενος του κράτους τους παρέπεμψε στα δικαστήρια… στα στόματα όλων αυτών των βρικολάκων δικηγόρων που κερδίζουν πάνω από τα κουφάρια των κουρεμένων…Ήδη τους ήπιαν λίγο από το αίμα που τους έμεινε, τάζοντάς τους Συνταγματικά και Ευρωπαϊκά Δικαστήρια…τώρα και πάλι στο παζάρι πουλούν ελπίδες…Πουλούν αέρα κουπανιστό…

BrotherWord-Sad-Clown

Εξοχότατε Πρόεδρε της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Νίκο Αναστασιάδη. Αυτός ο γέρος που έχασε πια την ικανότητα να κλάψει από τον πόνο, αναμένει εδώ και 2 χρόνια από εσένα να του δώσεις το ζείδωρο νάμα της δικαίωσης…Όχι να τον παραπέμπεις στα δικαστήρια για να βρει το δίκαιο του… Να του δώσεις το φιλί της ζωής γιατί διαφορετικά θα πεθάνει στα χέρια σου και εσύ θα είσαι ο θύτης… Αφού δεν μπορείς να του δώσεις πίσω τα πρώτα βήματα των παιδιών του, τις πρώτες τους λεξούλλες, αφού δεν μπορείς να του δώσεις πίσω όλα όσα στερήθηκε τόσα χρόνια…δώσε του την ελπίδα! Δώσε του την αξιοπρέπεια ότι όσα έκανε δεν έφυγαν μάταια, γιατί το σύνολο του στίβου της πολιτικής μετριότητας δεν κατόρθωσε να τον προστατεύσει… Δώσε του κάτι να κρατεί στα χέρια του πριν το χέρι αυτό γίνει αυτόχειρας…

Μακρηγόρησα… Απολογούμαι… Αλλά δυστυχώς το σύνολο των ΜΜΕ ασχολείται είτε με την πισίνα του Αρχιεπισκόπου, τα τερτίπια της Νομικής Υπηρεσίες, τα καμώματα της Γιωρκάτζη, τις απαιτήσεις του Σιακόλα για τα καταστήματα, τις μωροφιλοδοξίες του Νικόλα ή του Μαρίνου και όλα τα υπόλοιπα αστεία και ασήμαντα… Και αυτούς…που έσκυψαν και έσωσαν τον τόπο…τους έχουμε χεσμένους.

Απολογούμαι…

Διογένης

Comments

via Facebook