Η μούντζα του Πενταδάκτυλου

Αν προσπαθήσει κάποιος να αφουγκραστεί αυτή τη στιγμή τον παλμό του κόσμου, θα καταλάβει πως τα πράγματα έχουν σοβαρέψει και ότι αυτή τη φορά το παιχνίδι της λύσης του κυπριακού, μόνο με παιχνίδι δεν μοιάζει.

Η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων προδικάζει την ψήφο της και υποστηρίζει ότι όποια λύση και να της φέρουν, σε ένα ενδεχόμενο δημοψήφισμα, θα πει το μεγάλο «ναι».

Από την άλλη, υπάρχουν και οι πιο ψαγμένοι πολίτες αυτού του τόπου, οι οποίοι υποστηρίζουν πως αν δεν διαβάσουν το νέο σχέδιο της λύσης και αν δεν ακούσουν θέσεις και απόψεις ένθεν και ένθεν, δεν πρόκειται να αποφασίσουν τόσο εύκολα.

Εγώ πάλι υποστηρίζω πως το αποτέλεσμα θα κριθεί ακόμα μια φορά στη βάση των ψευδαισθήσεων, που κάποιοι φρόντισαν να εμπεδώσουν στο υποσυνείδητο του λαού, αμέσως μετά από το διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων και της μετενσάρκωσης της πράσινης γραμμής.
Γιατί από μικρή με μεγάλωσαν, όπως και κάθε Κυπριόπουλο, με φανφάρες και συνθήματα της πλάκας.
Με έμαθαν να αναμοχλεύω από το χρονοντούλαπο της ιστορίας τον πόλεμο, τους σκοτωμένους, τους αγνοούμενους και σε ανύποπτο χρόνο μου υπενθύμιζαν πάντα πως οι Τούρκοι ήταν η αιτία των δεινών που περνά ο τόπος.

Το «Δεν ξεχνώ» είχε θεριέψει μέσα μου. Ακόμα αντηχούν στ’ αυτιά μου οι φωνές των συμμαθητών μου: «Τούρκος καλός, Τούρκος νεκρός», φώναζαν.

Μεγαλώσαμε και γίναμε κατά φαντασία «πατριώτες», γιατί μας το επέβαλαν κάποιοι. Αυτοί που μας δίδαξαν, αυτοί που μας κοινώνησαν, αυτοί που μας μεγάλωσαν και μας έδωσαν το πρώτο μας γάλα.

Μια γενιά «πατριωτών», που μάθαμε να πολεμούμε από τον καναπέ μας και να προσκυνούμε ήρωες της βιτρίνας και του χρυσού περιτυλίγματος.

Προχθές ταξίδευα στον αυτοκινητόδρομο. Από τη Λάρνακα προς τη Λευκωσία. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κοιτούσα επίμονα τον Πενταδάκτυλο, μέχρι που ένιωσα ότι μάτωσε. Μέχρι που με μούτζωσε…

Γιατί τόσα χρόνια τον αφήσαμε να ματώνει… Για μια «ιδεολογία», που έγινε παντιέρα και ύστερα οχυρό, για να κρυβόμαστε και να κρύβουμε τα λάθη μας.

Σαν τυφλά στρατιωτάκια, που για 41 χρόνια παίρναμε διαταγές από τις ανώτερες δυνάμεις. Κι αφού δεν τολμούσαμε να ξεστραβωθούμε μόνοι μας, καταλήξαμε υποχείρια των κομμάτων, που μας εμφύτεψαν την «ιδεολογία» που ήθελαν και αυτή που τους βόλευε περισσότερο.

Εκατόμβες τα αθώα θύματα και από κει και από δω. Έτσι έπρεπε να γίνει. Χρειαζόμασταν θύματα και ήρωες, για να μας αποκοιμίζουν με ωραία παραμύθια, κλέβοντας μας τη ζωή.

Προδότες και πουλημένοι, όσοι τολμούσαν να έχουν αντίθετη άποψη.

Και τώρα…κουρασμένοι οδοιπόροι μιας αμφιλεγόμενης προδοσίας, που κατά σύμπτωση έγινε εν τη απουσία του μυαλού μας.

Παχιά λόγια, που μου έπεσαν κάπως βαριά στο στομάχι και τώρα αναζητώ την αυτονόητη θεραπεία. Μια πατρίδα χωρίς στρατούς κατοχής. Ένα κομμάτι γης να μεγαλώσω τα παιδιά μου. Χωρίς το φόβο πως θα ξανάρθουν οι «σωτήρες» με τους οδοστρωτήρες.

Ο ουρανός ένας είναι και είναι τόσο μεγάλος, που φτάνει και περισσεύει, να τον μοιραστούμε με όλα τα παιδιά τούτης της πατρίδας.

Φήμη

Comments

via Facebook