Είμαι προδότης;

Σαράντα ένα χρόνια μακριά από την άλλη πατρίδα μου. Χθες, εντελώς ξαφνικά, είχα την πρώτη μικρή βιωματική εμπειρία μου. Επισκέφθηκα την κατεχόμενη πόλη της Αμμοχώστου, την θαλασσοφίλητη, όπως μου λένε οι γονείς μου.

Η χρυσή αμμουδιά, όπως μου την περιέγραψαν. Τα βομβαρδισμένα ξενοδοχεία και το τετριμμένο ”σταμάτησε ο χρόνος”.

Όλα αυτά, δηλαδή, που διδάχθηκα στο σχολείο περί εισβολής και κατοχής.

Ενώ πατούσα τα χώματα της θαλασσοφίλητης, περνούσε νοερά από μπροστά μου η εικόνα των χρόνων που μεγάλωσα, που πήγαινα εκδρομές με το σχολείο, που με έπαιρναν οι γονείς μου.

Το παρατηρητήριο του ενδέκατου ορόφου κτιρίου στην οδό Λήδρας, από το οποίο έβλεπα την ”άλλη” πατρίδα, η τεράστια τουρκική σημαία στον πενταδάκτυλο, το μνημείο της διχοτόμησης, με διασκορπισμένα γράμματα από γνωστά συνθήματα της γαλλικής επανάστασης.

Και την ώρα που φτάνω στο συρματόπλεγμα του ”έχω αφήσει μέσα την ψυχή μου”…το μεγάλο δίλλημα.

Έπρεπε να περάσω τελικά στα κατεχόμενα ή όχι; Είναι ντροπή; Είναι προδοσία;

Ο αντίλογος θα ήταν εύκολος. Όσο εύκολο θα ήταν να πω ότι συμπάσχω με όλους αυτούς, που βιώνουν καθημερινά την προσφυγιά και ατενίζουν με θλίψη πίσω από συρματοπλέγματα τα σπίτια τους.

Ο πόλεμος μέσα μου θεριεύει.

Το μεγάλο ερώτημα, που πρέπει πρώτα να απαντήσω στον εαυτό μου, με βάση αυτά που διδάχθηκα στο σχολείο και ας ακουστεί φιλολογικό, είναι αν πρέπει, αν επιβάλλεται να ζήσω με τους Τουρκοκύπριους και μετά αν μπορώ.

Γνωρίζω ότι στο τέλος των διαπραγματεύσεων για το κυπριακό θα επιβληθεί ένας επώδυνος συμβιβασμός και οι σκέψεις θολώνουν βασανιστικά το μυαλό μου.

Είμαι έτοιμος να διδαχθώ από το παρελθόν (αν και δεν το έζησα), για να ατενίσω το μέλλον;

Μήπως είναι προτιμότερο να μείνω προσκολλημένος στο παρελθόν και να μην κοιτάξω το μέλλον;

Τα δεινά, που πέρασε η προδομένη πατρίδα μου, μπορούν να ξεχαστούν;

Δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό. Αυτό που γνωρίζω πολύ καλά, όμως, είναι ότι το στοιχείο που ενώνει τους ανθρώπους και τους διευκολύνει να συνεργασθούν είναι το κοινό συμφέρον, με πρωταρχικό το οικονομικό.

Η κατάσταση στο μυαλό μου περιπλέκεται ακόμα πιο πολύ, αφού σκέφτομαι ότι με την πιθανολογούμενη λύση, είναι αδύνατο δύο εθνότητες να συμβιώσουν αρμονικά, αν το σύνολο της οικονομικής πολιτικής δεν ανήκει στην αρμοδιότητα του ομοσπονδιακού κράτους.

Τι είναι αυτό που μπορεί να συμβάλλει στον παραμερισμό της εκατέρωθεν καχυποψίας, των ανησυχιών και των εθνικιστικών κατά καιρούς εξάρσεων, ώστε να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο συμβίωσης των δύο εθνοτήτων σε μία ενωμένη Κύπρο;

Μπορώ εγώ, που δεν έζησα τα δεινά του πολέμου, να μισήσω;

Μπορώ εγώ, που δεν γνώρισα Τουρκοκύπριους, να ζήσω μαζί τους;

Η γενιά η δική μου, που μεγάλωσε με το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ και διδάχθηκε στα σχολεία το ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ, μπορεί να το αλλάξει;

Τελικά, η επίσκεψή μου στην Αμμόχωστο με έκανε ράκος, με προβλημάτισε, με γέμισε αβεβαιότητα.

Ποιο είναι το σωστό; Να ζω για την υπόλοιπη ζωή μου μακριά από την ”άλλη” πατρίδα ή να  ”πολεμήσω”, για την επανένωση της πατρίδας;

Σύμφωνα με τον Νορβηγό συγγραφέα Gaarder, όταν τόσο η λογική όσο και η εμπειρία δεν φτάνουν, τότε δημιουργείται ένα κενό, που μπορεί να γεμίσει μόνο με την πίστη σ’ αυτό που θέλεις και την ακλόνητη θέληση να το πετύχεις.

Θα είμαι προδότης αν προσπαθήσω;

Κρατίνος

Comments

via Facebook